Αρχική Σελίδα Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017
Συμπεριφορές εκτός Ορίων και Παραβατικότητα

Συμπεριφορές εκτός Ορίων και Παραβατικότητα

Από την Ψυχολόγο του «Θάλπος ΙΙ» Μαρία Μακριδάκη

Στο προηγούμενο άρθρο εξετάσαμε τη λειτουργικότητα των προσωπικών ορίων και της διεκδικητικότητας. Τι γίνεται όμως όταν κάποιοι από μας παραβιάζουν τα προσωπικά όρια των άλλων, όταν κάποιοι, ίσως στο βωμό της ικανοποίησης των άκρατων «θέλω» τους, δε σέβονται τα «θέλω» και τις ανάγκες των συνανθρώπων τους;

Η παραβατικότητα είτε στην εφηβεία είτε στην ενήλικη ζωή είναι πολυπαραγοντική ως κατάσταση, αποδεικνύει όμως έλλειψη ενσυναίσθησης και μη σεβασμού των ορίων, των προσωπικών και των ορίων που θέτει η κοινωνία και ο νόμος.

Συμπεριφορές που μπορούν να χαρακτηριστούν παραβατικές αφορούν στη μη τήρηση των άγραφων αλλά και των γραπτών νόμων και συνήθως στην εφηβεία είναι η κλοπή, η χρήση ναρκωτικών ουσιών, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, η οδήγηση χωρίς δίπλωμα, η άσκηση βίας. Στην ενήλικη ζωή η παραβατικότητα αυτή μπορεί να γίνει συστηματική, να αλλάξει μέγεθος και μορφή, να οδηγήσει στο έγκλημα και να φέρει έναν άνθρωπο ενώπιων της δικαστικής αρχής.

Ένας άνθρωπος ωθείται στο έγκλημα εξαιτίας μιας σειράς παραγόντων που τον επηρεάζουν και τον διαμορφώνουν. Βιολογικοί, κοινωνικοί και ψυχολογικοί παράγοντες που βρίσκονται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση. Ουσιαστική θέση σε αυτό το πάζλ έχει η οικογένεια, ο τρόπος που ο άνθρωπος έχει μάθει τη σημασία των κανόνων μέσα σε αυτή και με τι συναισθήματα έχει συνδυάσει την οριοθέτηση του ή την έλλειψη της.

Η οριοθέτηση μέσα στην οικογένεια μπορεί να προσφέρει ασφάλεια, αγάπη, αυτοσεβασμό και συναισθηματική ισορροπία στο παιδί και μελλοντικό ενήλικα. Η αδυναμία εσωτερίκευσης και οικειοποίησης των κοινωνικών κανόνων και ορίων είναι ορισμένες φορές επακόλουθο της ίδιας αδυναμίας εσωτερίκευσης των κανόνων της οικογένειας.

Όπως αναφέραμε και σε προηγούμενο άρθρο σχετικά με την οριοθέτηση μέσα στην οικογένεια στην προσχολική ηλικία, τα όρια δημιουργούν την αίσθηση του «ανήκειν» άρα διδάσκουν αρχές κοινωνικών σχέσεων. Διδάσκουν, επίσης, στο άτομο ανοχή στις ματαιώσεις, μια ανοχή που δεν έχουν αναπτύξει άτομα που εκτονώνουν θυμό καταστροφικά απέναντί στην κοινωνία.

Η οριοθέτηση, λοιπόν, συντελεί στην καλύτερη προσαρμογή στην κοινωνία έτσι ώστε να μπορεί το άτομο να διεκδικεί καλυτέρα τα δικαιώματα του μέσα σε αυτή, αλλά παράλληλα να σέβεται και τα δικαιώματα των άλλων.

Επίσης η αποκλίνουσα αυτή συμπεριφορά δύναται να οδηγείται από μια αντικοινωνική διάθεση ή και μια εσωτερική ανάγκη μετατόπισης και εκτόνωσης άκρατου θυμού. Το άτομο που αποκλίνει και παραβιάζει τους κανόνες της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει, δηλώνει την απόρριψη του σε μια κοινωνία από την οποία νιώθει και ο ίδιος απόρριψη. Αυτή την απόρριψη/πληγή λοιπόν που νιώθει πιθανώς την ‘κουβαλάει’ στην ενήλικη ζωή του από την οικογένεια και τα βιώματα του μέσα σε αυτή.

Εφόσον ο σεβασμός των ορίων όπως είδαμε και στα προηγούμενα άρθρα είναι υπόθεση μάθησης και πρακτικής μέσα στον πυρήνα της κοινωνίας την οικογένεια, τότε καταλαβαίνουμε για άλλη μια φορά αυτά που τονίσαμε στα προηγούμενα άρθρα, τη σημασία της οριοθέτησης από μικρή ηλικία.